του Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Γεωπόνος MSc, project manager Med Culture

 

Τα αιωνόβια λιόδεντρα γεννήθηκαν, πριν από χιλιάδες χρόνια, πλάι στη θάλασσα. Αγαπήσανε το καθαρό φως του μεσογειακού ήλιου και άντεξαν την ανομβρία και τα άγονα, πετρώδη εδάφη της περιοχής. Συντρόφεψαν τους κατοίκους της από τα πρώτα τους βήματα, τόσο σε εποχές ευμάρειας, όσο και σε εποχές παρακμής. Ζωντανά μνημεία, οι ελιές άφησαν το αποτύπωμά τους σε κάθε πολιτισμική παράδοση των λαών της Μεσογείου, που τους προσέδωσαν λατρευτικό και θρησκευτικό χαρακτήρα.

Ως καλλιεργούμενο είδος, η Olea europaea, κοινώς ελιά η ευρωπαϊκή, ταξίδεψε και ρίζωσε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, ξεκινώντας από το Λεβάντε, την περιοχή που σήμερα περιλαμβάνει το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, την Ιορδανία, τον Λίβανο και τη Συρία. Στην Ευρώπη ήρθε μέσω της Ελλάδας, από Φοίνικες εμπόρους.

η θαυμαστή ελιά της Μεσογείου

Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε πως «…εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Με ένα τέτοιο καράβι, τα φυτά αυτά της Μεσογείου ταξίδεψαν, παρέα με τους πολιτισμούς της, απ’ άκρη σ’ άκρη της και στο τέλος πέρασαν τους Ωκεανούς και εγκαταστάθηκαν και σε άλλες περιοχές του πλανήτη που το κλίμα χαρακτηρίζεται ως μεσογειακό (Καλιφόρνια, Χιλή, Δυτική Αυστραλία και στην Νότιο Αφρική).

Η Ελιά, ως ο καρπός του δένδρου, άλλα και του ήλιου, του αέρα και των πετρωμάτων της μεσογειακής γης (εδαφοκλιματικές συνθήκες που επιδρούν άμεσα στην ποιότητά του) μας δίνει έναν σπάνιο διατροφικό θησαυρό, το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Η μεγάλη αξία του ελαιόλαδου, γνωστή και στην αρχαιότητα, αναδεικνύεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, μέσα από πλήθος επιστημονικών ερευνών που συσχετίζουν τις ιδιαίτερες διατροφικές συνήθειες με τη μικρότερη συχνότητα εμφάνισης στεφανιαίας νόσου και καρκίνου, αλλά και τη μικρότερη θνησιμότητα.

Αυτό συμβαίνει καθώς το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, πέρα από την αποδεδειγμένη διατροφική του αξία ως φυτικό λίπος, κρύβει σημαντικά βιοδραστικά συστατικά. Περιέχει μεγάλη αναλογία ακόρεστων λιπαρών οξέων σε αντίθεση με τα κορεσμένα ζωικά λίπη. Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα είναι περισσότερο αποτελεσματικά στη μείωση των ποσοστών της LDL χοληστερόλης, της «κακής χοληστερόλης», που μακροπρόθεσμα συνδέονται με την εμφάνιση καρδιοαγγειακών παθήσεων. Το ελαιόλαδο είναι ένα φυτικό έλαιο, που η κύρια διαφορά του από χημική σύσταση με τα υπόλοιπα έλαια είναι η υψηλή περιεκτικότητά του σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα.

Η βιταμίνη Ε, που αποτελεί θρεπτικό συστατικό του ελαιόλαδου, έχει σημαντική αντιοξειδωτική δράση, προστατεύοντας τον οργανισμό μας από επιβλαβείς ουσίες που πυροδοτούν, π.χ. το κάπνισμα, η μόλυνση της ατμόσφαιρας κ.α.

Τα τελευταία χρόνια, η ελαιοευρωπεΐνη και ορισμένες άλλες πολυφαινόλες, όπως και διάφορα παράγωγά τους, έχουν μελετηθεί ως προς τη φαρμακολογική τους δράση, ιδιαίτερα την αντιοξειδωτική, βακτηριοκτόνο και βακτηριοστατική δράση, καθώς και τη μείωση της “συγκόλλησης” των αιμοπεταλίων.

Τα παραπάνω ευρήματα οδήγησαν τον Δεκέμβριο του 2012 την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιτρέψει να αναγράφεται στις συσκευασίες «συγκεκριμένων» ελαιολάδων, ο ισχυρισμός υγείας για τις πολυφαινόλες του ελαιόλαδου (Κανονισμός 432/2012, μετά από γνωμάτευση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων ΕFSA): «Οι πολυφαινόλες του ελαιόλαδου συμβάλλουν στην προστασία των λιπιδίων του αίματος από το οξειδωτικό στρες στο πλαίσιο μιας ποικίλης και ισορροπημένης διατροφής».

Για να χρησιμοποιηθεί ο ισχυρισμός αυτός, θα πρέπει να παρέχεται στον καταναλωτή η πληροφορία ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα εξασφαλίζονται με την ημερήσια πρόσληψη 20g ελαιολάδου (περίπου δύο κουταλιές της σούπας), ενώ ισχύει μόνο για το ελαιόλαδο το οποίο περιέχει τουλάχιστον 5 mg υδροξυτυροσόλης και παραγώγων της ανά 20 g ελαιολάδου, μέχρι την ημερομηνία λήξης του.

Πρέπει ως καταναλωτές να γνωρίζουμε πως δεν μπορούν όλα τα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα να φέρουν τον παραπάνω ισχυρισμό υγείας. Η περιεκτικότητα του ελαιολάδου σε πολυφαινόλες μεταβάλλεται, ανάλογα με το βιολογικό κύκλο της ελιάς και την διαδικασία της ελαιοποίησης στο ελαιοτριβείο

Όλα καταλήγουν και πάλι στο εμβληματικό αυτό δένδρο της Μεσογείου και τον Μεσογειακό πολιτισμό. Γι’ αυτό κι η UNESCO στις 16 Νοεμβρίου 2010, αναγνώρισε τη Μεσογειακή Διατροφή «Mediterranean Diet» ως «Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας». Οι επτά χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που υπέβαλαν σχετικό φάκελο στην UNESCO, συμφώνησαν να οριστεί η 16η Νοεμβρίου ως εμβληματική μέρα της μεσογειακής διατροφής.

Η πυραμίδα της Μεσογειακής διατροφής με το ελαιόλαδο στο κέντρο της

Η Μεσογειακή Διατροφή, εξεταζόμενη από το πρίσμα αυτό, είναι «ένα πολυδιάστατο αγαθό, που περικλείει τη γεωργία και την αλιεία, τα αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα, τις μεθόδους παραγωγής, την προετοιμασία των φαγητών, την ύπαιθρο, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο, τις τοπικές κοινωνίες, που μαζεύονται όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι για να φάνε, να γιορτάσουν, να μοιραστούν χαρές και λύπες, παραμύθια και θρύλους».

Ένα πλήρες δηλαδή πακέτο φιλοξενίας, πολιτισμού και διατροφής, που αφορά τις Μεσογειακές χώρες και φυσικά την Ελλάδα ως έναν σημαντικό τουριστικό προορισμό που ψάχνει το στίγμα του. Στο κέντρο της πυραμίδας της μεσογειακής διατροφής, με προτροπή για καθημερινή χρήση, βρίσκεται το ελαιόλαδο. Το δένδρο που το παράγει, η ελιά της Μεσογείου, θα συνεχίσει να ταξιδεύει στο χρόνο και τον πολιτισμό.

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στo ελculture.gr (2017 11 16) , με αφορμή τον εορτασμό της 16ης Νοεμβρίου ως μέρα της Μεσογειακής Διατροφής.