του Ορέστη Δαβία
Βιολόγου – ερευνητή , Συνεργάτη Med Culture

 

Λέγεται πως πριν αναμετρηθεί στρατιωτικά με τον Μέγα Αλέξανδρο, ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος Γ΄ του έστειλε ένα τσουβάλι σουσάμι για να τον προειδοποιήσει σχετικά με τον τεράστιο αριθμό των στρατιωτών που διέθετε. Η απάντηση του Μακεδόνα βασιλιά δεν άργησε καθόλου: ήταν ένα σακί γεμάτο σιναπόσπορους, δηλωτικών της άγριας μαχητικότητας που διέκρινε τον δικό του στρατό.
Γιατί είναι πράγματι δριμεία και επιθετική η φύση του σιναπόσπορου, αρκεί να μασήσετε έναν για να το καταλάβετε αμέσως. Η ιδιότητά του, πάλι, είναι εξόχως θερμαντική, και γι’ αυτό όταν καταναλώνεται τακτικά επιδρά θετικά στη δυσπεψία, ενώ στη μορφή του σιναπισμού (κατάπλασμα από τριμμένο σιναπόσπορο) ανακουφίζει τα συμπτώματα του κρυολογήματος, των ρευματισμών και της κακής κυκλοφορίας του αίματος. Πολλοί επίσης υποστηρίζουν πως συνδαυλίζει και την ερωτική επιθυμία, γι’ αυτό άλλωστε για πολλούς αιώνες ξεριζωνόταν ανελέητα από τους κήπους των καθολικών μοναστηριών.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή θεραπευτική τέχνη της Αγιουρβέδα ο σιναπόσπορος δυναμώνει τη φωτιά της χώνεψης και αφαιρεί την βλαπτική υγρασία από τους ιστούς. Στην Ινδία έτσι, το σινάπι καλλιεργείται εδώ και περίπου πέντε χιλιάδες χρόνια και ήδη σε εποχές αρχαιότατες εξαγόταν ως καρύκευμα και φάρμακο. Αναφερόμαστε βέβαια στο μαύρο σινάπι (Brassica nigra), το πιο έντονο σε γεύση απ’ όλα τα είδη σιναπιού, το οποίο πάντως σήμερα έχει υποχωρήσει αισθητά προς όφελος των εξαδέλφων του άσπρου (Sinapis alba) και καστανού (Brassica juncea), επειδή η συγκομιδή του μόνο με τα χέρια γίνεται, αλλά και γιατί τα δραστικά του συστατικά είναι πολύ πτητικά και έτσι γρήγορα ξεθυμαίνει.

Στην αρχαία Ελλάδα το μαύρο και άσπρο σινάπι ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά καιρό πολύ πριν από την εποχή του Ομήρου, όχι όμως για τους σπόρους τους αλλά για τα φύλλα με τα οποία οι μάγειροι νοστίμιζαν χυλούς και άλλα εδέσματα. Είναι πολλές ακόμα και σήμερα οι Ελληνίδες που μαζεύουν τέτοια εποχή τρυφερές «λαψάνες» και «βρούβες» για να τις κάνουν βραστές ή να προσφέρουν σε πίτες και ομελέτες μια πικάντικη νότα.

Τους αλεσμένους σπόρους λάτρεψαν οι Ρωμαίοι καλοφαγάδες και το πάθος τους αυτό μεταδόθηκε στις περισσότερες κατακτημένες επαρχίες, με αποτέλεσμα στην Αγγλία και τη Γερμανία του 4ο αιώνα μΧ να συναντάμε συνταγές με κοπανισμένο σιναπόσπορο συντηρημένο σε μείγματα από λάδι, μέλι, κρασί, μούστο ή ξύδι. Έτσι άρχισε η θριαμβευτική πορεία της μουστάρδας (τ’ όνομά της προέρχεται από τη λατινική φράση mustum ardens, καυστικός μούστος δηλαδή) που σήμερα παράγεται σε εκατοντάδες πια ποικιλίες, από ολόκληρο, κοπανισμένο ή τριμμένο σπόρο, σε τύπο γλυκό ή καυτερό, με την προσθήκη βοτάνων, φρούτων και ποτών και ό,τι ακόμα βάζει ο νους του ανθρώπου.

Στα δικά μας μέρη η μουστάρδα δεν είχε ποτέ την ίδια επιτυχία όπως στις χώρες του Βορρά, ούτε μάθαμε ποτέ να αξιοποιούμε τα καρυκευτικά χαρίσματα του σιναπόσπορου. Μπορούμε πάντως πολύ εύκολα να προμηθευθούμε από την αγορά το σινάπι που προτιμάμε (το λευκό είναι το ηπιότερο, ενώ το μαύρο το πιο καυτερό) και να το κοπανίσουμε στο γουδί. Αν μετά μουλιάσουμε τους σπόρους για ένα δεκάλεπτο σε ζεστό νερό, μέσω μιας ενζυματικής διαδικασίας θα απελευθερωθεί η αψάδα τους που δεν κρατάει όμως παραπάνω από λίγες ώρες. Προσθέστε τους σε σούπες και όσπρια, πάντοτε όμως στο τέλος του μαγειρέματος γιατί η ζέστη τους «ξεδοντιάζει» εντελώς. Μπορείτε επίσης να τους καβουρδίσετε σε λίγο λάδι όπως συνηθίζουν οι Ινδοί, για να χάσουν εντελώς την αγριάδα τους και να πάρουν μια γεύση που θυμίζει καρύδι, ώστε να τους σκορπίσετε μετά πάνω σε σαλάτες και νερόβραστα λαχανικά.
Μήπως ενδιαφέρεστε να καλλιεργήσετε σινάπι;

Πανεύκολη υπόθεση, μόλις μπει η άνοιξη φυτέψτε απλώς λίγους σπόρους σε μια ζαρντινιέρα με χώμα που στραγγίζει καλά ή σε μια ηλιόλουστη γωνιά του κήπου σας. Σε μια βδομάδα το αργότερο θα φυτρώσουν και η ανάπτυξή τους μετά είναι πολύ γρήγορη. Να έχετε μόνο το νου σας στις αρχές του καλοκαιριού για να μαζέψετε τους ώριμους σπόρους πριν σκάσουν οι τριχωτοί καρποί που τους περιέχουν .